ιωβηλαίο

(Jubilaeum). Έτσι ονόμαζαν οι Εβραίοι το τελευταίο έτος κάθε πεντηκονταετίας. Το εβραϊκό I. ήταν έτος πλήρους ανάπαυσης, αφιερωμένο στον Θεό. Ο θεσμός αυτός είχε για το εβραϊκό έθνος ιδιαίτερη κοινωνική σημασία, αφού τα χωράφια και τα σπίτια που είχαν πουληθεί επιστρέφονταν στον πρώτο ιδιοκτήτη τους, διαγράφονταν όλα τα χρέη και απελευθερώνονταν οι Ισραηλίτες δούλοι. Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο θεσμός αυτός καθιερώθηκε από τον πάπα Βονιφάτιο Η’ (1300), με σκοπό να γιορτάζεται στο τέλος κάθε εκατονταετίας. Ο θεσμός προέβλεπε την άφεση των αμαρτιών όλων όσων επισκέπτονταν αυτή την περίοδο τη Ρώμη και εξομολογούνταν. Τελικά, τα έσοδα από το ρεύμα των προσκυνητών ήταν τόσο μεγάλα ώστε οι διάδοχοι του Βονιφάτιου μείωναν συνεχώς τα χρονικά όρια μεταξύ των Ι. ετών· έτσι, αποφάσισαν να τα γιορτάζουν κάθε 25 χρόνια (1475). Ο θεσμός του Ι. υφίσταται και σήμερα. Βιβλίο των Ι Απόκρυφο ιουδαϊκό βιβλίο, το οποίο ονομάζεται και Λεπτή Γένεσις. Γράφτηκε κατά τη μακκαβαϊκή περίοδο, μεταξύ 135 και 96 π.Χ. Αναφέρεται στην ιστορία του κόσμου από τη δημιουργία του έως την παράδοση του Νόμου στο όρος Σινά, ενώ το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί έχει διαμεριστεί με βάση τα Ι. έτη. Στην ουσία το βιβλίο των Ι. είναι ένα υπόμνημα στα 10 πρώτα βιβλία της Γένεσης και σε μερικά σημεία της Εξόδου. Παρέχει λύσεις σε προβλήματα που δημιουργούνται κατά τη διήγηση της Γένεσης και συμπληρώνει ελλείψεις. Το κείμενο γράφτηκε στην εβραϊκή γλώσσα και μεταφράστηκε στα ελληνικά και στα αιθιοπικά. Σήμερα σώζεται στα αιθιοπικά και στα λατινικά και ορισμένα μόνο αποσπάσματα στα ελληνικά. Ο πάπας Ιωάννης-Παύλος Β’ ευλογεί πιστούς κατά τη διάρκεια του Ιωβηλαίου του 2000 (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
τὸ (Α ἰωβηλαῑον, τὸ και ἰωβηλαῑος και ἰώβηλος, ὁ)
(στους Εβραίους) το τελευταίο έτος κάθε πεντηκονταετίας
νεοελλ.
1. γιορτή για τη συμπλήρωση ορισμένου αριθμού (25, 50, 100) ετών από κάποιο γεγονός και ειδικότερα για τη συμπλήρωση πενήντα ετών (α. «το ζεύγος γιόρτασε το ιωβηλαίο τών γάμων του» β. «γιορτάστηκε το ιωβηλαίο τής εφημερίδας»)
2. (στους Ρωμαιοκαθολικούς) άφεση αμαρτιών από τον πάπα κατά την άνοδό του στον θρόνο
αρχ.
στον πληθ. τὰ Ἰωβηλαῑα
τίτλος απόκρυφου βιβλίου τής ΠΔ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εβρ. yōbhēl «βούκινο, σάλπιγγα». Η ονομασία τής λ. οφείλεται στο ότι με τον ήχο τής σάλπιγγας δήλωναν την έναρξη τού τελευταίου έτους κάθε πεντηκονταετίας].
————————
ἰωβηλαῑος, ὁ (Α)
βλ. ιωβηλαίο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ιωβηλαίο — το юбилей – семилетний период, по истечении которого, согласно Закону Моисея, полагалось отпускать рабов на свободу и не засевать землю, оставляя ее под паром Этим. < евр. yovel «бараний рог», который использовали как трубу для извещения о… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ιωβηλαίο — το (λ. εβρ.) 1. τελευταίο έτος κάθε πεντηκονταετίας κατά το οποίο οι Εβραίοι οφειλέτες απαλλάσσονταν από τις υποχρεώσεις τους. 2. το τελευταίο έτος κάθε 25ετίας κατά το οποίο ο πάπας συγχωρούσε τις αμαρτίες εκείνων που πήγαιναν προσκυνητές στη… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μπορομίνι — (Borromini, Μπισόνε, Λουγκάνο 1599 – Ρώμη 1667). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ιταλού αρχιτέκτονα Φραντσέσκο Καστέλι. Νεαρότατος ακόμα έφτασε στη Ρώμη και εργάστηκε ως λιθοξόος κοντά στον μακρινό συγγενή του Μαντέρνο. Γύρω στο 1628 υιοθέτησε το… …   Dictionary of Greek

  • άφεση — Το να αφήνει κανείς κάτι ελεύθερο. Επομένως ά. μπορεί να χαρακτηριστεί και η εκτίναξη, η εκκίνηση, η απαλλαγή και η συγχώρηση. Στους αρχαίους Έλληνες ά. έλεγαν το διαζύγιο, τον χωρισμό. Στη στρατιωτική ορολογία ά. είναι η απομάκρυνση από τη… …   Dictionary of Greek

  • ιώβηλος — ἰώβηλος, ὁ (Α) βλ. ιωβηλαίο …   Dictionary of Greek

  • χρυσός — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Au· ανήκει στην πρώτη ομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, δεύτερη υποομάδα, έχει ατομικό αριθμό 79, ατομικό βάρος 197,2 ένα σταθερό ισότοπο και πολλά ραδιενεργά ισότοπα με αριθμό μάζας από 187 έως 189 και από …   Dictionary of Greek

  • Βονιφάτιος — I Όνομα παπών της Ρώμης. 1. Β. Α’ (; – 422). Πάπας της Ρώμης (418 422). Ήταν γιος ιερέα και η περιπετειώδης εκλογή του ως επισκόπου Ρώμης έδωσε την αφορμή για την οριστική διευθέτηση του τρόπου με τον οποίο θα έπρεπε να εκλέγονται στο μέλλον οι… …   Dictionary of Greek

  • Γκράιερτς, Ότο φον- — (Otto von Greyerz, Βέρνη 1863 – 1940).Ελβετός θεατρικός συγγραφέας και διευθυντής θεάτρου. Η φήμη του είναι στενά συνδεδεμένη με το ενδιαφέρον που παρουσίασε στην Ελβετία το φέστσπιλ (Festspiel),ένα ιδιόμορφο είδος θεάματος με εορταστικό… …   Dictionary of Greek

  • Εβραίοι — Αρχαίος σημιτικός λαός από τη Χαλδαία, που εγκαταστάθηκε κατά τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. στη Γη της Χαναάν. Η ονομασία του οφείλεται, κατά την παράδοση, στον Έβερ, απόγονο του Σημ, γιου του Νώε. Οι Ε. ονομάζονταν επίσης και Ισραηλίτες, όνομα… …   Dictionary of Greek

  • Τζιότο ντι Μποντόνε — (Giotto di Bondone, Κόλε ντι Βεσπινιάνο, Φλωρεντία 1266 – Φλωρεντία 1337). Ιταλός ζωγράφος, ψηφιδογράφος και αρχιοικοδόμος. Μαθητής του Τσιμαμπούε, τον οποίο (όπως αναφέρει η παράδοση και ο ίδιος ο Δάντης σε ένα περίφημο κομμάτι του Καθαρτηρίου)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.